Σελίδες

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

ΤΖΕ'Ι'Ν Ε'Ι'Ρ

Η μικρή Τζέιν διώκεται από τη θεία της και καταλήγει σε αναμορφωτήριο, λόγω του ελεύθερου πνεύματος και χαρακτήρα της. Στα 18 της, ενήλικη πλέον, εγκαταλείπει το ίδρυμα και βρίσκει δουλειά ως γκουβερνάντα στο σπίτι του κυκλοθυμικού και κρύου Έντουαρντ Ρότσεστερ. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη σχέση αγάπης, η οποία ξεπερνά τα "πρέπει" της εποχής. Όμως, ο Ρότσεστερ κρύβει ένα φοβερό μυστικό στο σκοτεινό παρελθόν του. Θα καταφέρει η Τζέιν Έυρ να αντέξει την αλήθεια;

ΠΗΓΉ: ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

ΟΛΙΒΕΡ ΤΟΥΙΣΤ- ΚΑΡΟΛΟΣ ΝΤΙΚΕΝΣ

Στο ζοφερό περιβάλλον ενός επαρχιακού φτωχοκομείου γεννιέται ένα αγόρι. Η μητέρα του πεθαίνει στη γέννα και το παιδί μεγαλώνει στο φτωχοκομείο. Χωρίς στοργή, δίχως χαρά, πεινασμένο και ρακένδυτο, θα γνωρίσει όλη την κακία των ανθρώπων. Η απόγνωση το εξαναγκάζει να ξεκινήσει με τα πόδια για το Λονδίνο. Εκεί θα πέσει στα νύχια μιας σπείρας κακοποιών, από την οποία θα προσπαθήσει να το γλιτώσει ένας καλοκάγαθος άνθρωπος. Η μοίρα όμως του επιφυλάσσει νέα δεινά. Ένας ετεροθαλής αδελφός του, για να καρπωθεί μόνος του την πατρική περιουσία, θα το ξαναρίξει στη σπείρα των κακοποιών.
Η απαράμιλλη πένα του Ντίκενς περιγράφει με γλαφυρή ζωντάνια τις φοβερές περιπέτειες του μικρού Όλιβερ, στην απεγνωσμένη του προσπάθεια να βγει από τα σκοτάδια του υποκόσμου στο φως και να αναζητήσει την ευτυχία ανάμεσα σε συγγενείς και φίλους.

ΠΗΓΉ : ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ- ΚΑΡΟΛΟΣ ΝΤΙΚΕΝΣ

Ο Πιπ, ένα ορφανό αγόρι από ένα φτωχικό χωριό της Αγγλίας, μαθαίνει από μικρός την τέχνη του σιδηρουργού, αλλά ονειρεύεται μια μέρα να γίνει πλούσιος. Κάποια στιγμή, εντελώς απρόσμενα, του παραχωρείται ένα αξιοσέβαστο ποσό και η δυνατότητα να σπουδάσει στο Λονδίνο. Ο Πιπ ενθουσιάζεται γιατί πιστεύει ότι τον ευεργετεί η εκκεντρική μις Χάβισαμ, που έχει μεγαλώσει την όμορφη αριστοκράτισσα Εστέλα, με την οποία είναι ερωτευμένος. Όταν όμως του φανερώνεται ο μυστηριώδης ευεργέτης του, τα όνειρά του γκρεμίζονται και η ζωή του αλλάζει για πάντα...

ΠΗΓΉ :ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

ΩΣ ΔΙΑ ΜΑΓΕΙΑΣ - ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ

Η Μανταλένα, η μητέρα της Εύας, μοιάζει, λένε, με μάγισσα: κατακόκκινα μαλλιά, παρδαλά ρούχα, αλλόκοτη συμπεριφορά… Μαζί μ’ αυτά κι ένα εμπριμέ σπίτι, ένας κήπος-ζούγκλα στη μέση της Αθήνας κι ένα αυτοκίνητο με συννεφάκια.
Κάτι από τη Μανταλένα πήρε και η Εύα: τις ανάποδες μαγικές ευχές που τιμωρούν τους ενοχλητικούς. Και δυστυχώς υπάρχουν πάρα πολλοί που αξίζουν μια ανάποδη ευχή: η κουτσομπόλα γειτόνισσα, ένας βασανιστής ζώων, ένας αυταρχικός διευθυντής…
Καμιά φορά οι ανάποδες ευχές πιάνουν. Καμιά φορά, όμως, χρειάζεται και κάτι παραπάνω: χρειάζεται να νικήσεις τους φόβους σου, να διαλέξεις τους σωστούς φίλους και να τολμήσεις το ακατόρθωτο. Και τότε, ως διά μαγείας, ξεκινάει η μεγάλη περιπέτεια.

ΠΗΓΉ : ΔΙΔΙΚΤΥΟ

ΜΕ ΑΓΚΥΡΑ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ- ΣΟΦΙΑ ΠΑΡΑΣΧΟΥ

Με άγκυρα την καρδιάΣαν ένα καράβι στο πρώτο του ταξίδι σαλπάρισε η δωδεκάχρονη Ειρήνη μαζί με τους γονείς της για ένα μακρινό νησί του Αιγαίου. Φόβος για το καινούριο σχολείο, αγωνία για τον άγνωστο τόπο. Όμως, όλα ήταν παράξενα όμορφα σ’ αυτό το νησί. Και πιο πολύ απ όλα τής άρεσε ο Γιώργης, ο συμμαθητής που έκανε την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Όσο περνούσε ο καιρός, η Ειρήνη δεν ήθελε να φύγει πια από το νησί. Και δεν έφυγε, γιατί ένα τεράστιο κύμα αναποδογύρισε τη ζωή της. Μα η Ειρήνη, σαν το καράβι που ξεπερνά τις φουρτούνες, συνέχισε να ταξιδεύει στη χαρά της ζωής. Ένα καράβι με άγκυρα την καρδιά. 


ΠΗΓΉ : ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΥΡΗ ΓΑΤΑ- ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΤΡΙΒΙΖΑΣ

Η τελευταία μαύρη γάταΗ τελευταία μαύρη γάτα" είναι το εκατοστό βιβλίο του Ευγένιου Τριβιζά, το οποίο αποτελεί παράλληλα και το πρώτο του μυθιστόρημα για μικρούς και μεγάλους.

Σε ένα μακρινό νησί, τα μέλη μιας μυστικής αδελφότητας προληπτικών πιστεύουν ότι οι μαύρες γάτες φέρνουν γρουσουζιά και αποφασίζουν να τις εξολοθρεύσουν με δηλητήρια, παγίδες και χίλιους δυο απάνθρωπους τρόπους. Σε λίγο έχουν σχεδόν επιτύχει το σκοπό τους. Μόνο μια μαύρη γάτα απομένει ζωντανή. Τα μέλη της αδελφότητας είναι αποφασισμένα να τη βρουν και να την εξοντώσουν.
Η «Τελευταία Μαύρη Γάτα» καταφέρεται εναντίον του ρατσισμού, της προκατάληψης και της δεισιδαιμονίας.

και ένα απόσπασμα από το βιβλίο......

Το βράδυ εκείνο, που λέτε, είχα ραντεβού με τον Κοψονοΰρη, τον καλύτερο μου φίλο, γνωστό επίσης με τα παρατσούκλια «Γατοκομάντος» ή «Τηγανάκιας», λόγω των επιδόσεων του στον εντοπισμό και την αστραπιαία αρπαγή τηγανητών ψαριών από ψαροταβέρνες. Φίνος γάτος ο Κοψονούρης, άριστος φίλος, πάντα αισιόδοξος, μ ένα χαρούμενο σπινθήρισμα στα μάτια. Το τι ξάπλες, πλάκες, τσάρκες και μάσες είχαμε κάνει μαζί δεν περιγράφεται. Χαράματα το ίδιο πρωί ο Κοψονούρης μου είχε εκμυστηρευθεί ότι σε μία από τις απογευματινές του περιπλανήσεις είχε εντοπίσει μια παραθαλάσσια ψαροταβέρνα, που το πλαϊνό παράθυρο της κουζίνας της δεν έκλεινε καλά και είχαμε συμφωνήσει να συναντηθούμε εκεί κοντά κατά το βραδάκι για να την τιμήσουμε δεόντως με μία αστραπιαία επιδρομή, που θα άδειαζε τα τηγάνια της και θα γέμιζε τις κοιλίτσες μας.

Τόπος του ραντεβού είχε οριστεί η τσίγκινη σκεπή μιας ετοιμόρροπης παράγκας, καμιά τριακοσαριά μέτρα απόσταση από το στόχο μας. Όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, είχαμε επιλέξει εκείνο το συγκεκριμένο βράδυ επειδή δεν είχε παρά ελάχιστο φεγγάρι και συνεπώς μειώνονταν σημαντικά οι πιθανότητες να γίνουν αντιληπτές οι κινήσεις μας. 

Εγώ λοιπόν, που λέτε, καταφθάνω πρώτος, σκαρφαλώνω στο άψε-σβήσε από ένα σκουριασμένο λούκι και αρχίζω να κόβω βόλτες πέρα-δώθε στη σκεπή της παράγκας. Αισθάνομαι ανέμελος και ευδιάθετος. Δεξιά μου απλώνεται η θάλασσα, σκουροπράσινη κι απέραντη, ως εκεί που φτάνει το μάτι, λες και δεν έχει τέλος. Παλιότερα, όταν ήμουνα μικρό γατάκι, ψιψινάκι δηλαδή, ονειρευόμουν ότι θα γινόμουν κάποια μέρα καραβόγατος, θα μπαρκάριζα σε ένα καλοτάξιδο ιστιοφόρο φορτωμένο κασέλες με λιθρίνια και σαρδέλες και θα γύριζα όλο τον ντουνιά απ άκρη σ άκρη.

Αλλά δυστυχώς το όνειρο έμεινε όνειρο, επειδή η θάλασσα μου προκαλούσε ναυτία. Σήμερα βέβαια είναι ήρεμη σαν λάδι προτού το ρίξουν στο τηγάνι για να τηγανίσουν παλαμίδες και το αντιφέγγισμα των αστεριών παιχνιδίζει στην ακύμαντη επιφάνεια της. Το χειμώνα όμως η ίδια αυτή θάλασσα, θεέ μου, πώς αλλάζει, φουρτουνιάζει, θεριεύει, αγριεύει, μανιασμένα κύματα σηκώνονται ίδια βουνά θεόρατα, ο ένας τυφώνας διαδέχεται τον άλλο και για τρεις-τέσσερις μήνες ούτε καράβι, ούτε καΐκι, ούτε κανένα άλλο πλεούμενο μπορεί να πλησιάσει στο νησί μας.


Ξαφνικά συμβαίνει κάτι αναπάντεχο. Κάτω από μια αναποδογυρισμένη ψαρόβαρκα εμφανίζεται ένας άλλος, άγνωστος μου, μαύρος γάτος, που καθώς φαίνεται τον έχει προκαλέσει κι αυτόν η γαργαλιστική και ακατανίκητη μυρωδιά των μπαρμπουνιών.

- Όπα! Να τα μας! Ελπίζω να μη μας τα χαλάσει ο γατεργάρης! σκέφτομαι.

Τον παρακολουθώ να πλησιάζει με προφύλαξη προς την κατεύθυνση της ψαροταβέρνας, ρίχνοντας κλεφτές ματιές ολόγυρα. Τα υπόλοιπα συμβαίνουν τόσο αναπάντεχα, τόσο αστραπιαία, που αναρωτιόμουν μετά αν πραγματικά τα είδα. Μια τρίκυκλη μοτοσικλέτα με καρότσα στο πλάι, που ερχόταν φουλαριστή από το βάθος του δρόμου, κόβει ταχύτητα, φρενάρει απότομα, δυο τύποι, ένας κοντός με τραγιάσκα και ένας ψηλός με κρεμαστό μουστάκι, πηδούν, αρπάζουν επιδέξια το γάτο με μια απόχη, του κοπανάνε μια-δυο κλοτσιές και τον μπουζουριάζουν σε ένα τσουβάλι. Ο ταλαίπωρος γάτος αρχίζει να συστρέφεται, να γρατζουνάει και να νιαουρίζει απελπισμένα αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Οι απαγωγείς ρίχνουν το θήραμα τους στην καρότσα, πηδάνε πάλι στη μοτοσικλέτα και γίνονται καπνός.

ΠΗΓΗ:  ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

ΣΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΒΑΛΤΟΥ

Η πλοκή του έργου εξελίσσεται στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία στις αρχές του 20ού αι. και συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. Οι συγκρούσεις Ελλήνων και Βουλγάρων ήταν σκληρότατες. Η συγγραφέας αναφέρεται στη ζωή και στη δράση δύο σημαντικών ηρώων του Αγώνα, του Τέλου Άγρα και του καπετάν-Νικηφόρου. Αυτοί ήταν αξιωματικοί του ελληνικού στρατού, οι οποίοι ήρθαν εθελοντές στη Μακεδονία για να ενισχύσουν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα που πολεμούσαν εκεί. Η γενναιότητα, η αυτοθυσία και η αντοχή τους αποτελούν για όλους παράδειγμα ηρωισμού και πατριωτισμού. Στις δύσκολες μάχες, που γίνονται σε μέρη βαλτώδη, γεμάτα από τις παγίδες του εχθρού, έχουν βοηθούς και συναγωνιστές όχι μόνο τους Έλληνες αντάρτες αλλά και τους κατοίκους των ελληνικών χωριών, τις δασκάλες και τους ιερείς. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι η δράση και η προσφορά στον Αγώνα δύο παιδιών, του Αποστόλη και του Γιοβάν, τα οποία ενεργούν και συμμετέχουν με αξιοθαύμαστη για την ηλικία τους ωριμότητα. 


Η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΑΧΝΕΣ ΤΗΣ

Κωνσταντίνα! Κωνσταντίνα! Κωνσταντίνα! Κωνσταντίνα! Και έλεγε ότι δε θα ακούσει σήμερα τη γιαγιά της και τις τρεις αχώριστες φίλες της. Γκρίνια, γκρίνια, γκρίνια. Ε, βέβαια, πού να καταλάβουν αυτές από εφηβεία, που είναι της γενιάς της Κατοχής! "Μα δεν πήρες είδηση τίποτα;" ρωτάει και ξαναρωτάει η γιαγιά. "Όχι τίποτα." Είχε τόσο χαρεί για την καινούρια τους ζωή στη Γερμανία, που ούτε της πέρασε απ' το νου πως οι γονείς της μια μέρα θα χώριζαν. Κι ακόμη χειρότερα: ότι θα την έστελναν πίσω στην Ελλάδα να ζήσει με τη γιαγιά της για κάποιο διάστημα. [...]

ΦΙ-ΓΑΜΑ-ΠΙ - ΒΟΥΛΑ ΜΑΣΤΟΡΗ

Η Ανδρομάχη πάει τρίτη γυμνασίου, έχει φακίδες στη μύτη (φρίκη!), μια μικρότερη αδερφή (σκέτος μπελάς!), μια μοντέρνα γιαγιά (πιο πολύ μαμά της), δύο Φι-Γάμα-Πι (και μία στο περίμενε), ανήκει στους «παρακμιακούς» της τάξης (επιλογή της!), δε νοιάζεται (τάχα μου!) για το «φακή» που της έχει κολλήσει η Νατάσσα (η «ωραία» της τάξης), είναι κρυφά (ναι, καλά!) ερωτευμένη με τον «κούκλο» του σχολείου και έχει μόλις βάλει σιδεράκια στα δόντια της (φρίκη Νο2!). Όμως μέσα σε λίγες μέρες συμβαίνουν γεγονότα που την ανεβάζουν ή την ρίχνουν, μα οπωσδήποτε την κάνουν να δει ορισμένα πράγματα με άλλο μάτι, όπως, για παράδειγμα, ότι είναι ευλογία να έχεις και αγόρια Φι-Γάμα-Πι. 

Και για όσους δεν ξέρουν, Φι-Γάμα-Πι σημαίνει: Φίλος/η Για Πάντα. 

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

ΧΑ ΧΑ ΧΑ!!



     ΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΕΥΡΩ

Πάει ο Παναγιώτης στη μητέρα του:
- Μαμά, δώσε μου είκοσι ευρώ .
- "Με τίποτα", του απαντάει.
- Καλά, τότε δε θα σου πω τι είπε ο μπαμπάς στην καθαρίστρια.
Τότε τρέχει η μαμά του και αφήνει ένα εικοσάευρο πάνω στην τσάντα του.
- Ωραία, λέγε τώρα, τι της είπε.
"Ρε Σούλα, σιδέρωσε το πουκάμισό μ


ΔΕΝ ΝΙΩΘΩ ΚΑΛΑ

  Βρασίδας: Μαμά δε θέλω να πάω σήμερα σχολείο.

Μητέρα: Γιατί δε θέλεις να πας;
             Βρασίδας: Γιατί δε νιώθω καλά.
             Μητέρα: Πού δε νιώθεις καλά;
             Βρασίδας: Στο σχολείο.


Recent UPdate 

ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΘΑ ΤΑ ΕΚΑΝΕ;
Μαμά: Ποιος θα φάει το μεγαλύτερο κομμάτι από την τούρτα;
Πέτρος: Εγώ.
            Μαμά: Ποιος θα φάει τη μεγαλύτερη σοκολάτα;
            Πέτρος: Εγώ.
            Μαμά: Ποιος θα πάει τα πιάτα στην κουζίνα;
            Πέτρος: Μα όλο εγώ θα λέω; Ας μιλήσει και κάποιος άλλος.



    ΠΗΓΗ:ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

Recent UPdate